ἀήσυλος

ἀήσυλος
Grammatical information: adj.
Meaning: Ε 876 ἀήσυλα ἔργα (hapax).
Other forms: αἰήσυλον ἄνομον, κακοποιόν H.
Origin: XX [etym. unknown] PGX [probably a word of Pre-Greek origin] [probably a word of Pre-Greek origin]
Etymology: One proposes alteration of αἴσυλος `unseemly, evil' (αἴσυλα ῥέζειν Ε 403 etc.) (after ἄημι?, ἀήσυρος?). Otherwise Bechtel Lex., Brugmann Sächs. Ber. 1901, 94. Fraenkel Gl. 34, 1955, 307ff proposes *α(Ϝ)ισσυλα, from ἶσος; very doubtful. Fur. 253 points to the gloss with αι-, which implies a substr. word (he connects ἄητος, which may have a variant αἴητος).
Page in Frisk: 1,27

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αήσυλος — ἀήσυλος, ον (Α) ο ασεβής, αισχρός, άπρεπος. [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται περί άπαξ ειρημένου τύπου τής Ιλιάδας (Ε 876: ἀήσυλα ἔργα). Πιθανώς να προήλθε από μεταπλασμό τού τ. αἴσυλος, για μετρικούς κυρίως λόγους, με επίδραση τών ἄημι, ἀήσυρος. Κατά τον… …   Dictionary of Greek

  • ἀήσυλος — wicked masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀήσυλον — ἀήσυλος wicked masc/fem acc sg ἀήσυλος wicked neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀήσυλα — ἀήσυλος wicked neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αΐδυλος — ἀίδυλος, ον (Α) κατά τον Ησύχιο «θρασύς». [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολογίας. Πιθανότερη είναι η άποψη (τού Leumann) που θεωρεί τη λ. παραλλαγμένη μορφή τού ομηρικού επιθ. ἀήσυλος «πονηρός, φαύλος» (με τροπή τού η σε ι και τού σ σε δ πιθ.… …   Dictionary of Greek

  • αίσυλος — αἴσυλος, ον (Α) απρεπής, ασεβής, κακός (αντίθ. τού αίσιμος*). [ΕΤΥΜΟΛ. Αγνωστης ετυμολ. Κατά τον Fraenkel, η λέξη συνδέεται με το επίθ. ἴσος: αἴσυλος= α(F)ίσσυλος < *α Fιδ σFος (=άνισος), οπότε αἴσυλος (ή ἀ(F)ίσσυλος, όπως τό διαβάζει ο… …   Dictionary of Greek

  • au̯(e)-10, au̯ē(o)-, u̯ē- —     au̯(e) 10, au̯ē(o) , u̯ē     English meaning: to blow     Deutsche Übersetzung: “wehen, blasen, hauchen”     Grammatical information: participle u̯ē nt     Note: in Slav. languages often from the “ throw dice “, i.e. to the cleaning of the… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.